Σε περιόδους κρίσεων, οι ενήλικες μπορεί να παρουσιάσουν συναισθήματα απογοήτευσης, απελπισίας και αίσθηση ανικανότητας να αντιδράσουν. Έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις ή αλλαγές στη συμπεριφορά, ως αποτέλεσμα αποδιοργάνωσης, παρατηρούνται και στα παιδιά μετά από απρόσμενα ή δυσάρεστα γεγονότα. Τέτοιες αντιδράσεις σε καταστάσεις κρίσεων είναι φυσιολογικές (Χατζηχρήστου,2020). Οι αντιδράσεις των παιδιών μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό τους στάδιο.
Μερικά
συνηθισμένα συμπτώματα σε περιόδους κρίσεων, είναι συμπεριφορές που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία των παιδιών αλλά σε παιδιά μικρότερης ηλικίας, δύσκολες συμπεριφορές χωρίς προφανή λόγο αλλά και συμπτώματα αδιαθεσίας και ασθένειας. Φυσικά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο καθένας, παιδί ή ενήλικας, μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά στην ίδια κατάσταση και ότι οι δυσκολίες που προκύπτουν δεν επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας.
Η εξέλιξη των εσωτερικών προσαρμοστικών μηχανισμών που σχετίζονται με την αποδοχή και την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων είναι παράγοντες που θα βοηθήσουν στην σταδιακή προσαρμογή των παιδιών και την ψυχολογική τους επανάκαμψη (Χατζηχρήστου,2020). Ως ενήλικες εκπαιδευτικοί και γονείς χρειάζεται να ενεργοποιήσουμε του δικούς μας μηχανισμούς προσαρμογής ώστε να μπορέσουμε αντίστοιχα να βοηθήσουμε και τα παιδιά να αναπτύξουν τις δικές τους στρατηγικές αντιμετώπισης στις δύσκολες απαιτήσεις.
Στην προσαρμογή των παιδιών, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το σχολείο, αφού δεν αποτελεί μόνο ένα πλαίσιο μάθησης αλλά και ένα πλαίσιο ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης, λειτουργώντας προστατευτικά προς τα παιδιά. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί έχουν τον ρόλο των «σημαντικών άλλων» για τα παιδιά και μπορούν εν δυνάμει να λειτουργήσουν υποστηρικτικά μέσα από τη σχέση που διαμορφώνουν με τα παιδιά. Ταυτόχρονα, αποτελούν και οι ίδιοι πρότυπα διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων.
Oι σημαντικοί ενήλικες στη ζωή του παιδιού όπως οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι κηδεμόνες του, σε καταστάσεις κρίσεων χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψιν τις τρείς βασικές ανάγκες των παιδιών: την ανάγκη για γνωστική κατανόηση, την ανάγκη για έκφραση των συναισθημάτων και την ανάγκη για συναισθηματική στήριξη. Η γνωστική κατανόηση βοηθά τα παιδιά να εξοικειωθούν με το αντικείμενο του φόβου και τους δίνεται η δυνατότητα να διαψεύσουν τυχόν μυθοπλασίες που δημιουργούν και εντείνουν τον φόβο αυτό. Με την συναισθηματική έκφραση, αναφερόμαστε στη περιγραφή της προσωπικής εμπειρίας των παιδιών και στον τρόπο που τα ίδια βίωσαν το γεγονός. Τέλος, η συναισθηματική στήριξη θα τους προσφέρει την ασφάλεια που χρειάζονται, τους βοηθά να κατανοήσουν ότι τα συναισθήματα τους είναι φυσιολογικά και αναμενόμενα, και να νιώσουν ότι και άλλοι άνθρωποι έχουν αντίστοιχα
συναισθήματα. Αυτό με την σειρά του, θα συμβάλλει στην καλύτερη επεξεργασία της εμπειρίας τους.
Σε περίπτωση που οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς παρατηρούν σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση στην καθημερινότητα τους ή αντίστοιχα πως οι αντιδράσεις των παιδιών είναι έντονες, επιμένουν σε διάρκεια ή έχουν επιπτώσεις στην καθημερινότητα του παιδιού, είναι καλό να συμβουλευτούν έναν ειδικό ψυχικής υγείας ή τον σχολικό ψυχολόγο.
Πηγές:
Χατζηχρήστου,X.Σ., Υφαντή, Θ., Λαμπροπούλου,K., Λιανός, Δ., Γεωργουλέας,Γ., Αθανασίου,Δ., Φραγκιαδάκη,Δ.,& Μίχου,Σ. (2020). Έντυπο για την ψυχοκοινωνική στήριξη και προσαρμογή των μαθητών στη νέα σχολική χρονιά κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19.
Χατζηχρήστου,Χ.Σ. (2012). Ψυχολογική Στήριξη των παιδιών σε καταστάσεις κρίσεων. Κέντρο Έρευνας και Εφαρμογών Σχολικής Ψυχολογίας, Αθήνα
Ειρήνη Βελιδάκη
Αναπληρώτρια Σχολική Ψυχολόγος
evelidaki@sch.gr
https://eclass.sch.gr/courses/9051049122/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου